Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Athens Conservatory Logo
espa

Main menu header

  • ΚΕΤΩΑ
    • Αρχείο
      Φωτογραφία τετραδίου με πεντάγραμμο που γράφει Ανδρονίκη
    • Βιβλιοθήκη
      Φωτογραφία γραφείου με βιβλιοθήκη από πίσω
    • Έρευνα
      • Δράσεις
      • Εκδόσεις
      Άνδρας που διαβάζει το βιβλίο που βρίσκεται μέσα σε βιτρίνα
    • Νέα
      Είσοδος χώρου με το logo του ωδείου Αθηνών
  • Ψηφιακό Αποθετήριο
  • Χρονολόγιο
  • Ιστορίες του Ωδείου
  • Το κτήριο
  • Παίζουμε με τη Μουσική
  • ΕΛ
  • EN
Μενού
espa image
    Πλαγίαυλος Ζίγκλερ (Ziegler)

    Κατασκευαστής: Ιωάννης Ιωσήφ Ζίγκλερ (Johann Joseph Ziegler, 1795-1858)

    Διάμετροι κωνικής διάτρησης: ~20 χιλ. > ~ 11,5 χιλ

    Μήκος ωφέλιμης κολώνας αέρα: ~58,5 εκ.

     

    Οι πρώτες δυο έδρες διδασκαλίας οργανικής μουσικής του Ωδείου Αθηνών, υπήρξαν εκείνες του Τετραχόρδου (Βιολιού) και του Πλαγιαύλου (Φλάουτου) στις οποίες δίδαξαν οι Φρειδερίκος Βολωνίνης (Frederico Bolognini, ; - 1893) και Παναγιώτης Ακτύπης (ή Ακτίπης, ;-1886) αντίστοιχα. Η επιλογή των δυο αυτών οργάνων, σύμφωνα με τον ποιητή Γεώργιο Δροσίνη, ακολουθούσε τους δυο πυλώνες της Ελληνικής Μουσικής τον Απολλώνιο και τον Διονυσιακό. Στο πνεύμα της ρομαντικής εκείνης ιδέας, θα πρέπει να δωρίθηκαν στο Ωδείο, τρεις ιστορικοί πλαγίαυλοι οι οποίοι βρέθηκαν φυλασσόμενοι σε θωρακισμένο κιβώτιο του Ωδείου. Δυο μικρά έγγραφα, ένα σημείωμα και μια κάρτα, αναδεικνύουν την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα περισσότερο από τα στοιχεία που μας αποκαλύπτουν, καθώς αντιστοιχίζονται στους δυο από τους τρεις πλαγιαύλους. Τα συμπεράσματα, ωστόσο, τα οποία με ασφάλεια μπορούμε να αντλήσουμε, διασταυρώνονται από το Ιστορικό Αρχείο του Ωδείου Αθηνών και μας βοηθούν να προσεγγίσουμε, ως ένα βαθμό, την ιστορία τους.    

    Το αρχαιότερο από τα έγγραφα με δυσανάγνωστη υπογραφή (πιθ.: Σ. Κυριακίδης;) φέρει μια κύρια γραφή με μελάνι και μια διαγώνια μεταγενέστερη με μολύβι. Η αρχική γραφή, με μελάνι, μας πληροφορεί αφενός ότι ένας από τους πλαγιαύλους ανήκει ρητά στο Ωδείο Αθηνών και αφετέρου ότι προσωρινά ετέθη προς φύλαξη στην συγκεκριμένη θωρακισμένη θυρίδα, την 6η Μαρτίου 1936. Η χρονολογία συνηγορεί στην σύνδεση των αναφερομένων με τον πλαγίαυλο Λουί Λοτ. Το πρώτο επώνυμο του εγγράφου που διαβάζουμε σε παρένθεση είναι αυτό του «Παπαγεωργίου», το οποίο ασφαλώς αναφέρεται στον καθηγητή της Σχολής Πλαγιαύλου του Ωδείου Αθηνών Νικόλαο Παπαγεωργίου (1883-1936). Το δεύτερο όνομα, με το οποίο κλείνει η παρένθεση, είναι αυτό του «Π. Καραπάνου» αποκαλύπτοντάς μας τον Πύρο Καραπάνο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ωδείου Αθηνών από το 1881.

    Η συγκυρία του αναπάντεχου θανάτου του Παπαγεωργίου το 1936 μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το πρόχειρο αυτό έγγραφο συνετάχθη για να δικαιολογήσει την παρουσία του βαρύτιμου πλαγιαύλου του στη θυρίδα του Ωδείου Αθηνών ως προσωρινή – από σεμνότητα – κατάθεση. Μας πληροφορεί όμως και για τον ιδιοκτήτη του, ο οποίος μάλλον δεν ήταν ο κορυφαίος καθηγητής αλλά το ίδιο το Ωδείο Αθηνών δια του ευεργέτη του Πύρου Καραπάνου. Έτσι η παραχώρηση του οργάνου, κατέληξε σε μετά-θάνατον επιστροφή.

    Τη βεβαιότητα αυτή επικυρώνει έξι χρόνια αργότερα, το 1941, εξ ίσου βιαστικά και στο ίδιο μικρό χαρτί, ένα μεταγενέστερο χέρι που σημειώνει με μολύβι διαγώνια πάνω από τα γράμματα. Με έμφαση διαγράφει το όνομα του Παπαγεωργίου ενώ, στην ίδια φορά με το όνομα του «Π. Καραπάνου» και πάνω από αυτό, αναγράφει την λέξη «Δωρεά». Στρέφοντας ύστερα το χαρτί διαγώνια ο άγνωστος, μέχρι στιγμής, υπογράφων, σημειώνει πρόχειρα την παράδοση του οργάνου του καθηγητή Παπαγεωργίου, στον μαθητή του, Σπυρίδωνα Μάγγο. Ήταν Φεβρουάριος του 1941, εξήντα ημέρες πριν την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα. Η έρευνα μένει να αποδείξει αν το χέρι που υπέγραψε παίρνοντας να προστατέψει το πολύτιμο όργανο από το λιώσιμό του, ήταν εκείνο του ίδιου του Μάγγου.

    Το χειρόγραφο με μελάνι αναφέρει:

    Τὸ φλάουτο τοῦτο / ἀνήκει εἰς τὸ Ὠδεῖον / Ἀθηνῶν. (Παπαγεωργίου /(Π. Καραπάνου) – καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν θυρίδα / ταύτην προσωρινῶς πρὸς φύλαξιν. 6 Μαρτίου 1936 [Υπογραφή δυσανάγνωστη «Σ. Κυριακίδης»;]

    και διαγώνια, βιαστικά, με μολύβι:

    παρεδόθη / εἰς κ. Μάγγον /τῇ 28ῃ Φεβρ. 1941 / [Υπογραφή δυσανάγνωστη] 

     

    Το δεύτερο έγγραφο είναι μια κάρτα του λογοτέχνη Διονυσίου (Νύση) Μεσσηνέζη (1902 - 1992) με το όνομά του και ταχυδρομική διεύθυνση «Ιωάννου Μεσσηνέζη 2» στο Αίγιο. Από αυτό καθίσταται φανερό ότι ο ένας από τους πλαγιαύλους (ίσως ο αρχαιότερος Ζίγκλερ) ανήκε στον Λυκούργο Μεσσηνέζη (1840-1910), εγγονό του Φιλικού και αγωνιστή της Επαναστάσεως Λέοντος Ιωάννου Μεσσηνέζη. Ο πλαγίαυλος παραδόθηκε στον Μενέλαο Παλλάντιο ως δώρο στο Ωδείο Αθηνών από τον Νύση Μεσσηνέζη, εγγονό του Λυκούργου.

    Το χειρόγραφο σημείωμα της κάρτας αναγράφει:

    Στὸν διευθυντὴ τοῦ Ὠδείου Ἀθηνῶν /Ἀκαδημαϊκὸν Κύριον Μενέλαον Παλλάντιον / προσφέρω τὸ παλαιὸ αὐτὸ φλάουτο διὰ τὸ / Μουσικόν του Ἀρχείον. Ἀνῆκε τοῦ πάππου /μου Λυκούργου Μεσσηνέζη (1840-1910) / ἐγγονοῦ τοῦ ἀγωνιστοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 21 /Λέοντος Μεσσηνέζη. Ἐγκάρδια / Νύσης

    Στον πλαγίαυλο Σαξ θα μπορούσε επίσης να αναφέρεται το παραπάνω δεύτερο έγγραφο. Ωστόσο η εκτίμηση κατασκευής του (βλ. περιγραφή πλαγιαύλου Σαξ) μας επιτρέπει να υποθέσουμε, λίγο ασφαλέστερα από τον Ζίγκλερ, ότι θα μπορούσε να είχε αγοραστεί και στα τέλη του 19ου αιώνα.        

    Οι τρείς πλαγίαυλοι φυλάσσονταν εντός θωρακισμένου χρηματοκιβωτίου, γεγονός που μαρτυρά την διάθεση δωρητών και αποδεκτών να διατηρηθούν ως βαρύτιμα ιστορικά αντικείμενα συνδεδεμένα με την ιστορία του Ωδείου Αθηνών. Σε πείσμα του χρόνου, διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα σε καλή κατάσταση.

    Τεκμηρίωση: Ιστορικό Αρχείο Ωδείου Αθηνών.  Έκθεση Πεπραγμένων 25ετηρίδος Νάζου, 1915, Ιστορικό Αρχείο Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος

    Ο πλαγίαυλος ακολουθεί τα χαρακτηριστικά κατασκευής του ομώνυμου εργαστηρίου της Βιέννης και είναι κατασκευασμένος από πυξό. Οι αναπόφευκτες επιρροές του συστήματος Μέγιερ (Heinrich Friedrich Meyer, 1814-1897) δεν στερούν από τα κλειδιά αυτού του οργάνου την σχεδιαστική προσαρμογή που απαιτεί η εργονομία των δακτυλισμών του παλαιού συστήματος. Όπως όλοι οι πλαγίαυλοι από τον 18ο αιώνα μέχρι την επικράτηση του συστήματος Μπέμ (Theobald Böhm, 1794-1881), έτσι και ο συγκεκριμένος έχει διάτρηση κωνική. Η διάμετρος δηλαδή του οργάνου στο επάνω μέρος είναι μεγαλύτερη από αυτήν στο κάτω μέρος του. Φέρει 8 κλειδιά με το Ντο ως χαμηλότερο φθόγγο της έκτασής του. Η φθορά των οπών στο σκληρό ξύλο, η οποία ακολουθεί την διάταξη των δαχτύλων, μαρτυρά την εκτεταμένη χρήση από τους παλαιούς ιδιοκτήτες του. Διάφορα χαρακτηριστικά όπως η απουσία μεταλλικών επενδύσεων περιμετρικά των οπών αλλά και ολισθητήρων στα κλειδιά του Ντο# και του Ντο, ο δακτύλιος από ελεφαντοστούν στο κάτω του άκρο, συνηγορούν στην εκτίμηση της περιόδου κατασκευής κατά την πρώιμη και μέση εποχή ακμής του εργαστηρίου δηλαδή πριν το 1852, οπότε και αναλαμβάνει ο γιός του Ιωάννης Βαπτιστής Ζίγκλερ (φίρμα: Joh. Ziegler & Sohn). Το καθοριστικό κριτήριο ωστόσο της παλαιότητας μας το δίνει η μελέτη της κεφαλής.

    Η κατασκευή της κεφαλής στο συγκεκριμένο όργανο, παρουσιάζει αξιοσημείωτο ενδιαφέρον, όχι μόνο επειδή δεν φέρει την αυτοκρατορική πυρογραφία του εργαστηρίου, αλλά λόγω της καλυμμένης δεύτερης οπής του επιστομίου. Η ύπαρξη δεύτερης οπής επιτρέπει την προσαρμογή του οργάνου σε δεύτερο (στην προκειμένη περίπτωση βαρύτερο) ή ακριβέστερο χόρδισμα. Η διάταξη των ξύλων που καλύπτουν την δεύτερη αυτή οπή παραπέμπουν στην περιγραφή μιας πειραματικής «κινητής οπής».

    Ο σύλληψη και ο σχεδιασμός ενός μηχανισμού «κινητής οπής» αποδίδεται στον Ιωάννη Νεπόμουκ Κάπελερ (Kapeller, Johann Nepomuk, 1776-1843) κορυφαίο φλαουτίστα στην αυλή του Μονάχου, εφευρέτη και δάσκαλο του μεγάλου Τέομπαλντ Μπέμ (Theobald Böhm, 1794-1881) ο οποίος αργότερα θα καθορίσει με τις μελέτες του την τεχνολογία κατασκευής όχι μόνο του πλαγιαύλου αλλά όλων των ξύλινων πνευστών οργάνων. O Κάπελερ κατασκεύασε μια οπή σε ελλειπτικό σχήμα, καλύπτοντάς την με φύλλο ξύλου ή μετάλλου, στο οποίο η οπή του επιστομίου μπορούσε να μετακινηθεί μαζί με τη θέση της κορώνας, με τη βοήθεια ειδικής βίδας. Τον μηχανισμό αυτό, προφανώς για την τονική ακρίβεια και την ευκολία κουρδίσματος που προσέφερε, εκτιμούσε ιδιαίτερα ο συνθέτης Κάρλ Μαρία φον Βέμπερ (Carl M. v. Weber).

    Η συγκεκριμένη, λοιπόν, κεφαλή φέρει ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά ως πρόσθετη διάτρηση πλάγια και πίσω από την κύρια οπή του επιστομίου. Μια πιθανή απώλεια, βλάβη ή εγκατάλειψη του μηχανισμού αυτού, οδήγησε πιθανώς στην μόνιμη κάλυψη του κενού με τα δυο υπάρχοντα εμβαλωματικά ξύλα, το ένα στο ελλειπτικό σχήμα της διάτρησης και το άλλο στο σχήμα της οπής. Η κατασκευή αυτή παραπέμπει επομένως στην ύπαρξη πειραματικής, ή κατά περίπτωση χρήσιμης, δεύτερης οπής της κεφαλής. 

     Βιβλιογραφία:

    • Fitzgibbon, H. Macaulay (Henry Macaulay), 1855-1942 , The story of the flute, London : Walter Scott Publishing Co. ; New York, C. Scribner's Sons
    • Lyndesay g. Langwill, An index of musical wind instrument makers, 1977
    • https://weber-gesamtausgabe.de/en/A000263.html#biographies
    Πλαγίαυλος Ζίγκλερ (Ziegler)

    Κατασκευαστής: Ιωάννης Ιωσήφ Ζίγκλερ (Johann Joseph Ziegler, 1795-1858)

    Διάμετροι κωνικής διάτρησης: ~20 χιλ. > ~ 11,5 χιλ

    Μήκος ωφέλιμης κολώνας αέρα: ~58,5 εκ.

     

    Οι πρώτες δυο έδρες διδασκαλίας οργανικής μουσικής του Ωδείου Αθηνών, υπήρξαν εκείνες του Τετραχόρδου (Βιολιού) και του Πλαγιαύλου (Φλάουτου) στις οποίες δίδαξαν οι Φρειδερίκος Βολωνίνης (Frederico Bolognini, ; - 1893) και Παναγιώτης Ακτύπης (ή Ακτίπης, ;-1886) αντίστοιχα. Η επιλογή των δυο αυτών οργάνων, σύμφωνα με τον ποιητή Γεώργιο Δροσίνη, ακολουθούσε τους δυο πυλώνες της Ελληνικής Μουσικής τον Απολλώνιο και τον Διονυσιακό. Στο πνεύμα της ρομαντικής εκείνης ιδέας, θα πρέπει να δωρίθηκαν στο Ωδείο, τρεις ιστορικοί πλαγίαυλοι οι οποίοι βρέθηκαν φυλασσόμενοι σε θωρακισμένο κιβώτιο του Ωδείου. Δυο μικρά έγγραφα, ένα σημείωμα και μια κάρτα, αναδεικνύουν την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα περισσότερο από τα στοιχεία που μας αποκαλύπτουν, καθώς αντιστοιχίζονται στους δυο από τους τρεις πλαγιαύλους. Τα συμπεράσματα, ωστόσο, τα οποία με ασφάλεια μπορούμε να αντλήσουμε, διασταυρώνονται από το Ιστορικό Αρχείο του Ωδείου Αθηνών και μας βοηθούν να προσεγγίσουμε, ως ένα βαθμό, την ιστορία τους.    

    Το αρχαιότερο από τα έγγραφα με δυσανάγνωστη υπογραφή (πιθ.: Σ. Κυριακίδης;) φέρει μια κύρια γραφή με μελάνι και μια διαγώνια μεταγενέστερη με μολύβι. Η αρχική γραφή, με μελάνι, μας πληροφορεί αφενός ότι ένας από τους πλαγιαύλους ανήκει ρητά στο Ωδείο Αθηνών και αφετέρου ότι προσωρινά ετέθη προς φύλαξη στην συγκεκριμένη θωρακισμένη θυρίδα, την 6η Μαρτίου 1936. Η χρονολογία συνηγορεί στην σύνδεση των αναφερομένων με τον πλαγίαυλο Λουί Λοτ. Το πρώτο επώνυμο του εγγράφου που διαβάζουμε σε παρένθεση είναι αυτό του «Παπαγεωργίου», το οποίο ασφαλώς αναφέρεται στον καθηγητή της Σχολής Πλαγιαύλου του Ωδείου Αθηνών Νικόλαο Παπαγεωργίου (1883-1936). Το δεύτερο όνομα, με το οποίο κλείνει η παρένθεση, είναι αυτό του «Π. Καραπάνου» αποκαλύπτοντάς μας τον Πύρο Καραπάνο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ωδείου Αθηνών από το 1881.

    Η συγκυρία του αναπάντεχου θανάτου του Παπαγεωργίου το 1936 μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το πρόχειρο αυτό έγγραφο συνετάχθη για να δικαιολογήσει την παρουσία του βαρύτιμου πλαγιαύλου του στη θυρίδα του Ωδείου Αθηνών ως προσωρινή – από σεμνότητα – κατάθεση. Μας πληροφορεί όμως και για τον ιδιοκτήτη του, ο οποίος μάλλον δεν ήταν ο κορυφαίος καθηγητής αλλά το ίδιο το Ωδείο Αθηνών δια του ευεργέτη του Πύρου Καραπάνου. Έτσι η παραχώρηση του οργάνου, κατέληξε σε μετά-θάνατον επιστροφή.

    Τη βεβαιότητα αυτή επικυρώνει έξι χρόνια αργότερα, το 1941, εξ ίσου βιαστικά και στο ίδιο μικρό χαρτί, ένα μεταγενέστερο χέρι που σημειώνει με μολύβι διαγώνια πάνω από τα γράμματα. Με έμφαση διαγράφει το όνομα του Παπαγεωργίου ενώ, στην ίδια φορά με το όνομα του «Π. Καραπάνου» και πάνω από αυτό, αναγράφει την λέξη «Δωρεά». Στρέφοντας ύστερα το χαρτί διαγώνια ο άγνωστος, μέχρι στιγμής, υπογράφων, σημειώνει πρόχειρα την παράδοση του οργάνου του καθηγητή Παπαγεωργίου, στον μαθητή του, Σπυρίδωνα Μάγγο. Ήταν Φεβρουάριος του 1941, εξήντα ημέρες πριν την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα. Η έρευνα μένει να αποδείξει αν το χέρι που υπέγραψε παίρνοντας να προστατέψει το πολύτιμο όργανο από το λιώσιμό του, ήταν εκείνο του ίδιου του Μάγγου.

    Το χειρόγραφο με μελάνι αναφέρει:

    Τὸ φλάουτο τοῦτο / ἀνήκει εἰς τὸ Ὠδεῖον / Ἀθηνῶν. (Παπαγεωργίου /(Π. Καραπάνου) – καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν θυρίδα / ταύτην προσωρινῶς πρὸς φύλαξιν. 6 Μαρτίου 1936 [Υπογραφή δυσανάγνωστη «Σ. Κυριακίδης»;]

    και διαγώνια, βιαστικά, με μολύβι:

    παρεδόθη / εἰς κ. Μάγγον /τῇ 28ῃ Φεβρ. 1941 / [Υπογραφή δυσανάγνωστη] 

     

    Το δεύτερο έγγραφο είναι μια κάρτα του λογοτέχνη Διονυσίου (Νύση) Μεσσηνέζη (1902 - 1992) με το όνομά του και ταχυδρομική διεύθυνση «Ιωάννου Μεσσηνέζη 2» στο Αίγιο. Από αυτό καθίσταται φανερό ότι ο ένας από τους πλαγιαύλους (ίσως ο αρχαιότερος Ζίγκλερ) ανήκε στον Λυκούργο Μεσσηνέζη (1840-1910), εγγονό του Φιλικού και αγωνιστή της Επαναστάσεως Λέοντος Ιωάννου Μεσσηνέζη. Ο πλαγίαυλος παραδόθηκε στον Μενέλαο Παλλάντιο ως δώρο στο Ωδείο Αθηνών από τον Νύση Μεσσηνέζη, εγγονό του Λυκούργου.

    Το χειρόγραφο σημείωμα της κάρτας αναγράφει:

    Στὸν διευθυντὴ τοῦ Ὠδείου Ἀθηνῶν /Ἀκαδημαϊκὸν Κύριον Μενέλαον Παλλάντιον / προσφέρω τὸ παλαιὸ αὐτὸ φλάουτο διὰ τὸ / Μουσικόν του Ἀρχείον. Ἀνῆκε τοῦ πάππου /μου Λυκούργου Μεσσηνέζη (1840-1910) / ἐγγονοῦ τοῦ ἀγωνιστοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 21 /Λέοντος Μεσσηνέζη. Ἐγκάρδια / Νύσης

    Στον πλαγίαυλο Σαξ θα μπορούσε επίσης να αναφέρεται το παραπάνω δεύτερο έγγραφο. Ωστόσο η εκτίμηση κατασκευής του (βλ. περιγραφή πλαγιαύλου Σαξ) μας επιτρέπει να υποθέσουμε, λίγο ασφαλέστερα από τον Ζίγκλερ, ότι θα μπορούσε να είχε αγοραστεί και στα τέλη του 19ου αιώνα.        

    Οι τρείς πλαγίαυλοι φυλάσσονταν εντός θωρακισμένου χρηματοκιβωτίου, γεγονός που μαρτυρά την διάθεση δωρητών και αποδεκτών να διατηρηθούν ως βαρύτιμα ιστορικά αντικείμενα συνδεδεμένα με την ιστορία του Ωδείου Αθηνών. Σε πείσμα του χρόνου, διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα σε καλή κατάσταση.

    Τεκμηρίωση: Ιστορικό Αρχείο Ωδείου Αθηνών.  Έκθεση Πεπραγμένων 25ετηρίδος Νάζου, 1915, Ιστορικό Αρχείο Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος

    Ο πλαγίαυλος ακολουθεί τα χαρακτηριστικά κατασκευής του ομώνυμου εργαστηρίου της Βιέννης και είναι κατασκευασμένος από πυξό. Οι αναπόφευκτες επιρροές του συστήματος Μέγιερ (Heinrich Friedrich Meyer, 1814-1897) δεν στερούν από τα κλειδιά αυτού του οργάνου την σχεδιαστική προσαρμογή που απαιτεί η εργονομία των δακτυλισμών του παλαιού συστήματος. Όπως όλοι οι πλαγίαυλοι από τον 18ο αιώνα μέχρι την επικράτηση του συστήματος Μπέμ (Theobald Böhm, 1794-1881), έτσι και ο συγκεκριμένος έχει διάτρηση κωνική. Η διάμετρος δηλαδή του οργάνου στο επάνω μέρος είναι μεγαλύτερη από αυτήν στο κάτω μέρος του. Φέρει 8 κλειδιά με το Ντο ως χαμηλότερο φθόγγο της έκτασής του. Η φθορά των οπών στο σκληρό ξύλο, η οποία ακολουθεί την διάταξη των δαχτύλων, μαρτυρά την εκτεταμένη χρήση από τους παλαιούς ιδιοκτήτες του. Διάφορα χαρακτηριστικά όπως η απουσία μεταλλικών επενδύσεων περιμετρικά των οπών αλλά και ολισθητήρων στα κλειδιά του Ντο# και του Ντο, ο δακτύλιος από ελεφαντοστούν στο κάτω του άκρο, συνηγορούν στην εκτίμηση της περιόδου κατασκευής κατά την πρώιμη και μέση εποχή ακμής του εργαστηρίου δηλαδή πριν το 1852, οπότε και αναλαμβάνει ο γιός του Ιωάννης Βαπτιστής Ζίγκλερ (φίρμα: Joh. Ziegler & Sohn). Το καθοριστικό κριτήριο ωστόσο της παλαιότητας μας το δίνει η μελέτη της κεφαλής.

    Η κατασκευή της κεφαλής στο συγκεκριμένο όργανο, παρουσιάζει αξιοσημείωτο ενδιαφέρον, όχι μόνο επειδή δεν φέρει την αυτοκρατορική πυρογραφία του εργαστηρίου, αλλά λόγω της καλυμμένης δεύτερης οπής του επιστομίου. Η ύπαρξη δεύτερης οπής επιτρέπει την προσαρμογή του οργάνου σε δεύτερο (στην προκειμένη περίπτωση βαρύτερο) ή ακριβέστερο χόρδισμα. Η διάταξη των ξύλων που καλύπτουν την δεύτερη αυτή οπή παραπέμπουν στην περιγραφή μιας πειραματικής «κινητής οπής».

    Ο σύλληψη και ο σχεδιασμός ενός μηχανισμού «κινητής οπής» αποδίδεται στον Ιωάννη Νεπόμουκ Κάπελερ (Kapeller, Johann Nepomuk, 1776-1843) κορυφαίο φλαουτίστα στην αυλή του Μονάχου, εφευρέτη και δάσκαλο του μεγάλου Τέομπαλντ Μπέμ (Theobald Böhm, 1794-1881) ο οποίος αργότερα θα καθορίσει με τις μελέτες του την τεχνολογία κατασκευής όχι μόνο του πλαγιαύλου αλλά όλων των ξύλινων πνευστών οργάνων. O Κάπελερ κατασκεύασε μια οπή σε ελλειπτικό σχήμα, καλύπτοντάς την με φύλλο ξύλου ή μετάλλου, στο οποίο η οπή του επιστομίου μπορούσε να μετακινηθεί μαζί με τη θέση της κορώνας, με τη βοήθεια ειδικής βίδας. Τον μηχανισμό αυτό, προφανώς για την τονική ακρίβεια και την ευκολία κουρδίσματος που προσέφερε, εκτιμούσε ιδιαίτερα ο συνθέτης Κάρλ Μαρία φον Βέμπερ (Carl M. v. Weber).

    Η συγκεκριμένη, λοιπόν, κεφαλή φέρει ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά ως πρόσθετη διάτρηση πλάγια και πίσω από την κύρια οπή του επιστομίου. Μια πιθανή απώλεια, βλάβη ή εγκατάλειψη του μηχανισμού αυτού, οδήγησε πιθανώς στην μόνιμη κάλυψη του κενού με τα δυο υπάρχοντα εμβαλωματικά ξύλα, το ένα στο ελλειπτικό σχήμα της διάτρησης και το άλλο στο σχήμα της οπής. Η κατασκευή αυτή παραπέμπει επομένως στην ύπαρξη πειραματικής, ή κατά περίπτωση χρήσιμης, δεύτερης οπής της κεφαλής. 

     Βιβλιογραφία:

    • Fitzgibbon, H. Macaulay (Henry Macaulay), 1855-1942 , The story of the flute, London : Walter Scott Publishing Co. ; New York, C. Scribner's Sons
    • Lyndesay g. Langwill, An index of musical wind instrument makers, 1977
    • https://weber-gesamtausgabe.de/en/A000263.html#biographies
    Logo Ωδείου Αθηνών
    • Facebook
    • Instagram
    • Youtube
    • LinkedIn
    • Twiiter
    • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

      T. +30 210 7240 673
      Ε. info@athensconservatoire.gr

    • ΤΟ ΕΡΓΟ
    Ψηφιακός Μετασχηματισμός Logo