Κατασκευαστής: Αντώνιος Ιωσήφ (Αδόλφος) Σάξ (Adolphe Sax, 1814-1894)
Διάμετροι κωνικής διάτρησης: ~19 χιλ. > ~ 11 χιλ.
Μήκος ωφέλιμης κολώνας αέρα: ~58 εκ.
Οι πρώτες δυο έδρες διδασκαλίας οργανικής μουσικής του Ωδείου Αθηνών, υπήρξαν εκείνες του Τετραχόρδου (Βιολιού) και του Πλαγιαύλου (Φλάουτου) στις οποίες δίδαξαν οι Φρειδερίκος Βολωνίνης (Frederico Bolognini, ; - 1893) και Παναγιώτης Ακτύπης (ή Ακτίπης, ;-1886) αντίστοιχα. Η επιλογή των δυο αυτών οργάνων, σύμφωνα με τον ποιητή Γεώργιο Δροσίνη, ακολουθούσε τους δυο πυλώνες της Ελληνικής Μουσικής τον Απολλώνιο και τον Διονυσιακό. Στο πνεύμα της ρομαντικής εκείνης ιδέας, θα πρέπει να δωρίθηκαν στο Ωδείο, τρεις ιστορικοί πλαγίαυλοι οι οποίοι βρέθηκαν φυλασσόμενοι σε θωρακισμένο κιβώτιο του Ωδείου. Δυο μικρά έγγραφα, ένα σημείωμα και μια κάρτα, αναδεικνύουν την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα περισσότερο από τα στοιχεία που μας αποκαλύπτουν, καθώς αντιστοιχίζονται στους δυο από τους τρεις πλαγιαύλους. Τα συμπεράσματα, ωστόσο, τα οποία με ασφάλεια μπορούμε να αντλήσουμε, διασταυρώνονται από το Ιστορικό Αρχείο του Ωδείου Αθηνών και μας βοηθούν να προσεγγίσουμε, ως ένα βαθμό, την ιστορία τους.
Το αρχαιότερο από τα έγγραφα με δυσανάγνωστη υπογραφή (πιθ.: Σ. Κυριακίδης;) φέρει μια κύρια γραφή με μελάνι και μια διαγώνια μεταγενέστερη με μολύβι. Η αρχική γραφή, με μελάνι, μας πληροφορεί αφενός ότι ένας από τους πλαγιαύλους ανήκει ρητά στο Ωδείο Αθηνών και αφετέρου ότι προσωρινά ετέθη προς φύλαξη στην συγκεκριμένη θωρακισμένη θυρίδα, την 6η Μαρτίου 1936. Η χρονολογία συνηγορεί στην σύνδεση των αναφερομένων με τον πλαγίαυλο Λουί Λοτ. Το πρώτο επώνυμο του εγγράφου που διαβάζουμε σε παρένθεση είναι αυτό του «Παπαγεωργίου», το οποίο ασφαλώς αναφέρεται στον καθηγητή της Σχολής Πλαγιαύλου του Ωδείου Αθηνών Νικόλαο Παπαγεωργίου (1883-1936). Το δεύτερο όνομα, με το οποίο κλείνει η παρένθεση, είναι αυτό του «Π. Καραπάνου» αποκαλύπτοντάς μας τον Πύρο Καραπάνο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ωδείου Αθηνών από το 1881.
Η συγκυρία του αναπάντεχου θανάτου του Παπαγεωργίου το 1936 μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το πρόχειρο αυτό έγγραφο συνετάχθη για να δικαιολογήσει την παρουσία του βαρύτιμου πλαγιαύλου του στη θυρίδα του Ωδείου Αθηνών ως προσωρινή – από σεμνότητα – κατάθεση. Μας πληροφορεί όμως και για τον ιδιοκτήτη του, ο οποίος μάλλον δεν ήταν ο κορυφαίος καθηγητής αλλά το ίδιο το Ωδείο Αθηνών δια του ευεργέτη του Πύρου Καραπάνου. Έτσι η παραχώρηση του οργάνου, κατέληξε σε μετά-θάνατον επιστροφή.
Τη βεβαιότητα αυτή επικυρώνει έξι χρόνια αργότερα, το 1941, εξ ίσου βιαστικά και στο ίδιο μικρό χαρτί, ένα μεταγενέστερο χέρι που σημειώνει με μολύβι διαγώνια πάνω από τα γράμματα. Με έμφαση διαγράφει το όνομα του Παπαγεωργίου ενώ, στην ίδια φορά με το όνομα του «Π. Καραπάνου» και πάνω από αυτό, αναγράφει την λέξη «Δωρεά». Στρέφοντας ύστερα το χαρτί διαγώνια ο άγνωστος, μέχρι στιγμής, υπογράφων, σημειώνει πρόχειρα την παράδοση του οργάνου του καθηγητή Παπαγεωργίου, στον μαθητή του, Σπυρίδωνα Μάγγο. Ήταν Φεβρουάριος του 1941, εξήντα ημέρες πριν την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα. Η έρευνα μένει να αποδείξει αν το χέρι που υπέγραψε παίρνοντας να προστατέψει το πολύτιμο όργανο από το λιώσιμό του, ήταν εκείνο του ίδιου του Μάγγου.
Το χειρόγραφο με μελάνι αναφέρει:
Τὸ φλάουτο τοῦτο / ἀνήκει εἰς τὸ Ὠδεῖον / Ἀθηνῶν. (Παπαγεωργίου /(Π. Καραπάνου) – καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν θυρίδα / ταύτην προσωρινῶς πρὸς φύλαξιν. 6 Μαρτίου 1936 [Υπογραφή δυσανάγνωστη «Σ. Κυριακίδης»;]
και διαγώνια, βιαστικά, με μολύβι:
παρεδόθη / εἰς κ. Μάγγον /τῇ 28ῃ Φεβρ. 1941 / [Υπογραφή δυσανάγνωστη]
Το δεύτερο έγγραφο είναι μια κάρτα του λογοτέχνη Διονυσίου (Νύση) Μεσσηνέζη (1902 - 1992) με το όνομά του και ταχυδρομική διεύθυνση «Ιωάννου Μεσσηνέζη 2» στο Αίγιο. Από αυτό καθίσταται φανερό ότι ο ένας από τους πλαγιαύλους (ίσως ο αρχαιότερος Ζίγκλερ) ανήκε στον Λυκούργο Μεσσηνέζη (1840-1910), εγγονό του Φιλικού και αγωνιστή της Επαναστάσεως Λέοντος Ιωάννου Μεσσηνέζη. Ο πλαγίαυλος παραδόθηκε στον Μενέλαο Παλλάντιο ως δώρο στο Ωδείο Αθηνών από τον Νύση Μεσσηνέζη, εγγονό του Λυκούργου.
Το χειρόγραφο σημείωμα της κάρτας αναγράφει:
Στὸν διευθυντὴ τοῦ Ὠδείου Ἀθηνῶν /Ἀκαδημαϊκὸν Κύριον Μενέλαον Παλλάντιον / προσφέρω τὸ παλαιὸ αὐτὸ φλάουτο διὰ τὸ / Μουσικόν του Ἀρχείον. Ἀνῆκε τοῦ πάππου /μου Λυκούργου Μεσσηνέζη (1840-1910) / ἐγγονοῦ τοῦ ἀγωνιστοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 21 /Λέοντος Μεσσηνέζη. Ἐγκάρδια / Νύσης
Στον πλαγίαυλο Σαξ θα μπορούσε επίσης να αναφέρεται το παραπάνω δεύτερο έγγραφο. Ωστόσο η εκτίμηση κατασκευής του (βλ. περιγραφή πλαγιαύλου Σαξ) μας επιτρέπει να υποθέσουμε, λίγο ασφαλέστερα από τον Ζίγκλερ, ότι θα μπορούσε να είχε αγοραστεί και στα τέλη του 19ου αιώνα.
Οι τρείς πλαγίαυλοι φυλάσσονταν εντός θωρακισμένου χρηματοκιβωτίου, γεγονός που μαρτυρά την διάθεση δωρητών και αποδεκτών να διατηρηθούν ως βαρύτιμα ιστορικά αντικείμενα συνδεδεμένα με την ιστορία του Ωδείου Αθηνών. Σε πείσμα του χρόνου, διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα σε καλή κατάσταση.
Τεκμηρίωση: Ιστορικό Αρχείο Ωδείου Αθηνών. Έκθεση Πεπραγμένων 25ετηρίδος Νάζου, 1915, Ιστορικό Αρχείο Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
Απόφοιτος των σχολών Πλαγιαύλου και Κλαρινέτου από το Ωδείο των Βρυξελλών, ο Αντώνιος Ιωσήφ Σάξ, γνωστός ως Αδόλφος, μαθήτευσε από νωρίς στο διασημότερο εργαστήριο μουσικών οργάνων της ίδιας πόλης το οποίο θεμελίωσε ο πατέρας του Κάρολος Σαξ (Charles Sax, 1791-1865) το 1815 ως επίσημος προμηθευτής της Βελγικής Αυλής και του στρατού. Σε αντίθεση με τον πατέρα του, ο οποίος ειδικευόταν και στους πλαγιαύλους, ο Αδόλφος έγινε γνωστός αργότερα για το πνευστό του οποίου η ονομασία έμελλε να φέρει το προσωπικό του επώνυμο: το Σαξόφωνο.
Σε ηλικία 28 ετών αποφασίζει να δημιουργήσει το δικό του εργαστήριο στο Παρίσι. Στο εργαστήριο αυτό φιλοτεχνείται και ο συγκεκριμένος πλαγίαυλος αφού εκτός από την υπογραφή του κατασκευαστή, η διακριτική πυρογραφία του μεσαίου κομματιού αναγράφει το Παρίσι ως τόπο κατασκευής.
Ο πλαγίαυλος αυτός, κωνικής διάτρησης από μελανόξυλο, επεκτείνει, όπως όλοι οι πλαγίαυλοι αυτού του μήκους, την φυσική κλίμακα της Ρε μείζονος κατά δυο φθόγγους χαμηλότερα, ακολουθώντας την τυπική διάταξη του συστήματος Μέγιερ (Heinrich Friedrich Meyer, 1814–1897) πριν την καινοτομία του Μπεμ (Theobald Böhm, 1794-1881). Έτσι το όργανο φέρει 8 κλειδιά με το Ντο ως χαμηλότερο φθόγγο της έκτασής του. Η περίοδος κατασκευής του εκτιμάται στο διάστημα 1842-1894. Ως χαρακτηριστικό του οργάνου αξίζει να σημειωθεί η λεπτότητα τόσο στην κατασκευή όσο και στον ήχο του.
Βιβλιογραφία: Lyndesay g. Langwill, An index of musical wind instrument makers, 1977
Κατασκευαστής: Αντώνιος Ιωσήφ (Αδόλφος) Σάξ (Adolphe Sax, 1814-1894)
Διάμετροι κωνικής διάτρησης: ~19 χιλ. > ~ 11 χιλ.
Μήκος ωφέλιμης κολώνας αέρα: ~58 εκ.
Οι πρώτες δυο έδρες διδασκαλίας οργανικής μουσικής του Ωδείου Αθηνών, υπήρξαν εκείνες του Τετραχόρδου (Βιολιού) και του Πλαγιαύλου (Φλάουτου) στις οποίες δίδαξαν οι Φρειδερίκος Βολωνίνης (Frederico Bolognini, ; - 1893) και Παναγιώτης Ακτύπης (ή Ακτίπης, ;-1886) αντίστοιχα. Η επιλογή των δυο αυτών οργάνων, σύμφωνα με τον ποιητή Γεώργιο Δροσίνη, ακολουθούσε τους δυο πυλώνες της Ελληνικής Μουσικής τον Απολλώνιο και τον Διονυσιακό. Στο πνεύμα της ρομαντικής εκείνης ιδέας, θα πρέπει να δωρίθηκαν στο Ωδείο, τρεις ιστορικοί πλαγίαυλοι οι οποίοι βρέθηκαν φυλασσόμενοι σε θωρακισμένο κιβώτιο του Ωδείου. Δυο μικρά έγγραφα, ένα σημείωμα και μια κάρτα, αναδεικνύουν την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα περισσότερο από τα στοιχεία που μας αποκαλύπτουν, καθώς αντιστοιχίζονται στους δυο από τους τρεις πλαγιαύλους. Τα συμπεράσματα, ωστόσο, τα οποία με ασφάλεια μπορούμε να αντλήσουμε, διασταυρώνονται από το Ιστορικό Αρχείο του Ωδείου Αθηνών και μας βοηθούν να προσεγγίσουμε, ως ένα βαθμό, την ιστορία τους.
Το αρχαιότερο από τα έγγραφα με δυσανάγνωστη υπογραφή (πιθ.: Σ. Κυριακίδης;) φέρει μια κύρια γραφή με μελάνι και μια διαγώνια μεταγενέστερη με μολύβι. Η αρχική γραφή, με μελάνι, μας πληροφορεί αφενός ότι ένας από τους πλαγιαύλους ανήκει ρητά στο Ωδείο Αθηνών και αφετέρου ότι προσωρινά ετέθη προς φύλαξη στην συγκεκριμένη θωρακισμένη θυρίδα, την 6η Μαρτίου 1936. Η χρονολογία συνηγορεί στην σύνδεση των αναφερομένων με τον πλαγίαυλο Λουί Λοτ. Το πρώτο επώνυμο του εγγράφου που διαβάζουμε σε παρένθεση είναι αυτό του «Παπαγεωργίου», το οποίο ασφαλώς αναφέρεται στον καθηγητή της Σχολής Πλαγιαύλου του Ωδείου Αθηνών Νικόλαο Παπαγεωργίου (1883-1936). Το δεύτερο όνομα, με το οποίο κλείνει η παρένθεση, είναι αυτό του «Π. Καραπάνου» αποκαλύπτοντάς μας τον Πύρο Καραπάνο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ωδείου Αθηνών από το 1881.
Η συγκυρία του αναπάντεχου θανάτου του Παπαγεωργίου το 1936 μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το πρόχειρο αυτό έγγραφο συνετάχθη για να δικαιολογήσει την παρουσία του βαρύτιμου πλαγιαύλου του στη θυρίδα του Ωδείου Αθηνών ως προσωρινή – από σεμνότητα – κατάθεση. Μας πληροφορεί όμως και για τον ιδιοκτήτη του, ο οποίος μάλλον δεν ήταν ο κορυφαίος καθηγητής αλλά το ίδιο το Ωδείο Αθηνών δια του ευεργέτη του Πύρου Καραπάνου. Έτσι η παραχώρηση του οργάνου, κατέληξε σε μετά-θάνατον επιστροφή.
Τη βεβαιότητα αυτή επικυρώνει έξι χρόνια αργότερα, το 1941, εξ ίσου βιαστικά και στο ίδιο μικρό χαρτί, ένα μεταγενέστερο χέρι που σημειώνει με μολύβι διαγώνια πάνω από τα γράμματα. Με έμφαση διαγράφει το όνομα του Παπαγεωργίου ενώ, στην ίδια φορά με το όνομα του «Π. Καραπάνου» και πάνω από αυτό, αναγράφει την λέξη «Δωρεά». Στρέφοντας ύστερα το χαρτί διαγώνια ο άγνωστος, μέχρι στιγμής, υπογράφων, σημειώνει πρόχειρα την παράδοση του οργάνου του καθηγητή Παπαγεωργίου, στον μαθητή του, Σπυρίδωνα Μάγγο. Ήταν Φεβρουάριος του 1941, εξήντα ημέρες πριν την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα. Η έρευνα μένει να αποδείξει αν το χέρι που υπέγραψε παίρνοντας να προστατέψει το πολύτιμο όργανο από το λιώσιμό του, ήταν εκείνο του ίδιου του Μάγγου.
Το χειρόγραφο με μελάνι αναφέρει:
Τὸ φλάουτο τοῦτο / ἀνήκει εἰς τὸ Ὠδεῖον / Ἀθηνῶν. (Παπαγεωργίου /(Π. Καραπάνου) – καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν θυρίδα / ταύτην προσωρινῶς πρὸς φύλαξιν. 6 Μαρτίου 1936 [Υπογραφή δυσανάγνωστη «Σ. Κυριακίδης»;]
και διαγώνια, βιαστικά, με μολύβι:
παρεδόθη / εἰς κ. Μάγγον /τῇ 28ῃ Φεβρ. 1941 / [Υπογραφή δυσανάγνωστη]
Το δεύτερο έγγραφο είναι μια κάρτα του λογοτέχνη Διονυσίου (Νύση) Μεσσηνέζη (1902 - 1992) με το όνομά του και ταχυδρομική διεύθυνση «Ιωάννου Μεσσηνέζη 2» στο Αίγιο. Από αυτό καθίσταται φανερό ότι ο ένας από τους πλαγιαύλους (ίσως ο αρχαιότερος Ζίγκλερ) ανήκε στον Λυκούργο Μεσσηνέζη (1840-1910), εγγονό του Φιλικού και αγωνιστή της Επαναστάσεως Λέοντος Ιωάννου Μεσσηνέζη. Ο πλαγίαυλος παραδόθηκε στον Μενέλαο Παλλάντιο ως δώρο στο Ωδείο Αθηνών από τον Νύση Μεσσηνέζη, εγγονό του Λυκούργου.
Το χειρόγραφο σημείωμα της κάρτας αναγράφει:
Στὸν διευθυντὴ τοῦ Ὠδείου Ἀθηνῶν /Ἀκαδημαϊκὸν Κύριον Μενέλαον Παλλάντιον / προσφέρω τὸ παλαιὸ αὐτὸ φλάουτο διὰ τὸ / Μουσικόν του Ἀρχείον. Ἀνῆκε τοῦ πάππου /μου Λυκούργου Μεσσηνέζη (1840-1910) / ἐγγονοῦ τοῦ ἀγωνιστοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 21 /Λέοντος Μεσσηνέζη. Ἐγκάρδια / Νύσης
Στον πλαγίαυλο Σαξ θα μπορούσε επίσης να αναφέρεται το παραπάνω δεύτερο έγγραφο. Ωστόσο η εκτίμηση κατασκευής του (βλ. περιγραφή πλαγιαύλου Σαξ) μας επιτρέπει να υποθέσουμε, λίγο ασφαλέστερα από τον Ζίγκλερ, ότι θα μπορούσε να είχε αγοραστεί και στα τέλη του 19ου αιώνα.
Οι τρείς πλαγίαυλοι φυλάσσονταν εντός θωρακισμένου χρηματοκιβωτίου, γεγονός που μαρτυρά την διάθεση δωρητών και αποδεκτών να διατηρηθούν ως βαρύτιμα ιστορικά αντικείμενα συνδεδεμένα με την ιστορία του Ωδείου Αθηνών. Σε πείσμα του χρόνου, διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα σε καλή κατάσταση.
Τεκμηρίωση: Ιστορικό Αρχείο Ωδείου Αθηνών. Έκθεση Πεπραγμένων 25ετηρίδος Νάζου, 1915, Ιστορικό Αρχείο Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
Απόφοιτος των σχολών Πλαγιαύλου και Κλαρινέτου από το Ωδείο των Βρυξελλών, ο Αντώνιος Ιωσήφ Σάξ, γνωστός ως Αδόλφος, μαθήτευσε από νωρίς στο διασημότερο εργαστήριο μουσικών οργάνων της ίδιας πόλης το οποίο θεμελίωσε ο πατέρας του Κάρολος Σαξ (Charles Sax, 1791-1865) το 1815 ως επίσημος προμηθευτής της Βελγικής Αυλής και του στρατού. Σε αντίθεση με τον πατέρα του, ο οποίος ειδικευόταν και στους πλαγιαύλους, ο Αδόλφος έγινε γνωστός αργότερα για το πνευστό του οποίου η ονομασία έμελλε να φέρει το προσωπικό του επώνυμο: το Σαξόφωνο.
Σε ηλικία 28 ετών αποφασίζει να δημιουργήσει το δικό του εργαστήριο στο Παρίσι. Στο εργαστήριο αυτό φιλοτεχνείται και ο συγκεκριμένος πλαγίαυλος αφού εκτός από την υπογραφή του κατασκευαστή, η διακριτική πυρογραφία του μεσαίου κομματιού αναγράφει το Παρίσι ως τόπο κατασκευής.
Ο πλαγίαυλος αυτός, κωνικής διάτρησης από μελανόξυλο, επεκτείνει, όπως όλοι οι πλαγίαυλοι αυτού του μήκους, την φυσική κλίμακα της Ρε μείζονος κατά δυο φθόγγους χαμηλότερα, ακολουθώντας την τυπική διάταξη του συστήματος Μέγιερ (Heinrich Friedrich Meyer, 1814–1897) πριν την καινοτομία του Μπεμ (Theobald Böhm, 1794-1881). Έτσι το όργανο φέρει 8 κλειδιά με το Ντο ως χαμηλότερο φθόγγο της έκτασής του. Η περίοδος κατασκευής του εκτιμάται στο διάστημα 1842-1894. Ως χαρακτηριστικό του οργάνου αξίζει να σημειωθεί η λεπτότητα τόσο στην κατασκευή όσο και στον ήχο του.
Βιβλιογραφία: Lyndesay g. Langwill, An index of musical wind instrument makers, 1977
